------------------------------------
Αν ηξερε ποσο ευκολο μου ειναι δεν θα ειχε αυτο το σιωπηλο βλεμμα θριαμβου μεσα στο σκοταδι [ιν μεντια ρες].
-------------------------------------
Δεν εχω καμια ορεξη να βγω. Με ποναει ακομα το κεφαλι μου απο τα χτεσινα. Ουτε για τις γκρινιες εχω ορεξη αμα τελικα δεν παω. Κι αμα δεν παω τι θα κανω δηλαδη. Ψαχνω παντελονι. Μεσα στον μπογο. Για ζεστη. Πρεπει να ξυρισω τα ποδια μου. Φοραω τα μποτακια που μου χτυπανε τον δεξιο αστραγαλο και βγαινω εξω. Προσπαθω να σηκωνω το ποδι μου προς τα πανω οταν προχωραω. Ειναι ηδη σκοτεινα και στο παραθυρο του τρολευ βλεπω το σκουλαρικι που εχασα περσι σε εκεινο το ηλιθιο σεμιναριο. Ενα μονο λοιπον. Επιμελως ατημελητη.
Τους ακουω πριν καν μπω στη μικρη στοα που οδηγει στο μπαρ. Φωναζουν και γελανε. Χαμογελαω μονη μου. Σηκωνω τα χερια και ανακατευω τα μαλλια μου πισω, ψηλα. Φου. Ενα ποτο και φευγω. Μπαινω μεσα, δεν βλεπω τον σκυλο - πρεπει να του πατησα το ποδι - κλαψουριζει και τρεκλιζει προς τα εξω. Τον γνωριζω απο τον τροπο που γερνει τους ωμους του πανω στο τραπεζι. Ο Σνουμπυ, ετσι τον λεει η Σονια οταν ειμαι μονη μου και κοιταω το ταβανι. Θα παω να κατσω διπλα του. Αλλα δεν θα του μιλησω. Αμα θελει ας κανει εκεινος την αρχη, με εχει κουρασει. Αυτο το στυλ του αδοξου ποιητη.
Οι σαχλαμαρες μου φτιαχνουν σιγα σιγα το κεφι. Αναρωτιεμαι πως κατεληξε ο καθενας σημερα εδω, και κυριως πως ολοι μαζι ο ενας με τον, στον, για τον αλλον. Δυο κατηγοριες.Οχι τρεις. Η Σονια (πως φρικαρει η μαμα με τη Σονια), αυτοι που βασικα εχω το τηλεφωνο τους και το χρησιμοποιω, αυτοι που ειναι εκει για να ειμαστε αρκετοι να γελαμε και να φωναζουμε. Ωραια ειναι. Ωραια περναμε. Κοιταω το αδειανο ποτηρι του πρωτου ποτου - ας κατσω λιγακι ακομα .
Βγαινει απο την τρυπα του. Λογοδιαρροια. Μιλαω, μιλαω, μιλαω. Γαμωτο, αυτοη την ιστορια πρεπει να του την εχω ξαναπει. Δεν τον ρωταω. Ντρεπομαι - η επαναληψιμοτητα ειναι μεγαλο faux pas. Σιωπω.
Αρχιζει να μιλαει. Θαλασσα. Απο αυτα που λεει τρομαζω - προφανως ειναι καποιος που παρατηρει τους αλλους και δημιουργει γνωμη γι αυτους χωρις να εχει ουσιαστικη σχεση μαζι τους. Απο μακρια. Κριτικη αλλα ασφαλεια. Αλλα με προκαλει. Με ερεθιζει. Δυο τροποι να κρατησεις την συζητηση ενδιαφερουσα - διαφωνεις καθετα η υπερασπιζεσαι τη γνωμη του αλλου με παθος - πιο πολυ απο οσο δειχνει ο συνομιλητης, ωστε στο τελος να αναρωτιεται αν ακριβως το πιστευει, αν η γνωμη του απο την αρχη ητανε τοσο τραβηγμενη, τοσο εντυπωσιακη - παω για το δευτερο. Υποσυνειδητα, φυσικα. Εχει πλακα, μ' αρεσει πολυ. Πινουμε κι αλλο. Μιλαμε κι αλλο. Εχουμε στην ουσια ξεκοψει απο την παρεα, οι ωμοι του τωρα γερνουν προς το μερος μου, οχι στο τραπεζι. Και κανουμε mental ψιθυριστα. Την Σονια την εδιωξα στην ακρη του μυαλου μου. Πινουμε κι αλλο, μιλαμε κι αλλο. Η Σονια παει σπιτι μονη της.
Δεν ακουω πια τι μου λεει, κατουριεμαι σαν τρελη. Προσπαθω να χαμογελαω και να πεταω ενθαρρυντικες ατακες - ελπιζω να μην ειμαι τελειως εκτος θεματος.
Βγαινω απο την τουαλετα αλλος ανθρωπος. Φου! Ξεχασα τη τσαντα μου στο τραπεζι, η τσαντα ειναι εκει. Ο Σνουμπυ λειπει. Μάλιστα. Νόμιζα ότι περνάγαμε καλά. Κάθομαι κάτω και ανταλλάζω κανα δυο κουβέντες για να μην καρφωθώ. Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι επί δύο ώρες απλά τους έγραφα όλους, για έναν τύπο που ξαφνικά αποφάσισε ότι υπάρχω. Νιώθω άβολα, αλλάτο καταπίνω. Πάλι άδειο το ποτήρι μου. Δεν μπορεί, εδώ θα ναι ακόμα - μήπως πήγε να πάρει ποτά. Χαμόγελο. Τον εντοπίζω στην γωνία. Πετάει το τσιγάρο στον δρόμο και πλησιάζει. Προσπαθώ οικτρά να σβήσω την ανακούφιση απο το πρόσωπο μου, αλλά έχω πιεί πολύ. Πιθανότατα δείχνω απλά πολυ μεθυσμένη.
Ηλεκτρισμός. Στο στενάκι βάζει το χέρι του γύρω από τη μέση μου --- πιασ'της πρώτα την μέση σ'όλες πάντα αρέσει --- και με φιλάει - στην αρχή είναι τα φιλιά πολύ σαλιάρικα, προσπαθεί να με καταπιεί, αλλά μετά προσαρμόζεται. Μ'αρέσει, θέλω κι άλλο, που ήσουνα τόσον καιρό.
Για κάποιο λόγο φοβάμαι να πάμε σπίτι του, αν και θα ήθελα πολύ να δω αυτή την πλευρά του είναι του. Καταλήγουμε φυσικά στο δικό μου, βάζω μουσική - ενώ επεξεργάζεται τα πάντα χωρίς να πιάνει τίποτα - και δεν μιλάω καν για το σώμα μου. Κάνω πως δεν ακούω το σχόλιο του, πως και ξέρω την μπάντα αυτή - και ξεκινάω. Βλέπω την έκπληξη στα μάτια του - αλλά δεν θέλω άλλο να μιλήσω. Έχω πιεί πολύ, απογειώνομαι. Κάνω αυτό που ξέρω καλύτερα από όλα, αλλά το άγγιγμα του δεν μα αφήνει να συγκεντρωθω. Ξεχνάω και αισθάνομαι τα πάντα ταυτόχρονα, και ε, ναι - επρεπε να τον είχα τελειώσει πιο πριν. Τώρα πρέπει να συνεχίσω σαν καλή οικοδέσποινα.
Σταματάει, έχει ένα βλέμμα θριάμβου μέσα στο σκοτάδι, αλλά μάλλον ξενέρωσε από την ξαφνική τεμπελιά μου. Κάνει τσιγάρο ενώ εγώ αναρωτιέμαι ποιο από τα τρία σχέδια - συνεχίζω, φτιάχνω τοστ και κοιμάμαι, πίνουμε το ρούμι που έχουμε ξεχάσει στο ντουλάπι πάνω από το ψυγείο και όταν το ξαναβρήκα δεν είπα τίποτα στην συγκάτοικο, θα μετανιώσω λιγότερο αύριο το πρωί. Μεσημέρι. Απόγευμα. Βράδυ. Μου φαίνεται ότι τον ξέρω από πάντα. Θέλω να τον ξέρω για πάντα.
Ενώ τον χαζεύω, και σκαρώνω στίχους για ένα τραγούδι που ποτέ κανείς δεν θα πει, αρχίζει να μου λέει κάτι για μια δόση και κάτι άλλα χαζά του στυλ εδώ παπάς, εκεί παπάς που είναι ο παπάς. Γαμώτο. Τα ζυγίζω. Πάντα με χαλάει στο τέλος, αλλά πιθανό να περάσουμε λίγες ακόμα ώρες ευχάριστες. Δεν πιστεύω ότι είναι τόσο καλό όσο καυχιέται, και στο κάτω κάτω θα είμαστε και οι δύο στην ίδια κατάσταση. Ελπίζω να μην μου φρικάρει.
Ξαφνικά φρικάρω λίγο εγώ. Πολλές συμπτώσεις σήμερα, πολλές πρώτες ο Σνούμπυ. Αλλα το ξεπερνάω. Τις φρίκες μου εγώ τις φτύνω κατάμουτρα και γυρνάω από την άλλη το κεφάλι.
Η δεύτερη φορά είναι πολύ καλύτερη. Γίνομαι πλαστελίνη, παγωτό καιμάκι, μικρά ροζ μυρμήγκια κρατάνε σημαιάκια με τα ονόματα μας και περπατάνε πάνω μου. Πάνω μας. Θέλω να τον ερωτευτώ. Τελικά ίσως να ήταν τόσο καλό όσο καυχιόταν. Εξαιρετικό είπε.
Μια γλυκιά ομίχλη ανεβαίνει γύρω από το κρεβάτι μου και αισθάνομαι ε-ξαι-ρε-τι-κα. Είμαι υπερβολικά διαυγής, και ενώ του εξηγω ακριβώς τι συμβαίνει, δεν με καταλαβαίνει. Ίσως και να μην είμαι διαυγής, ίσως όχι, μου φαίνεται ότι φρικάρει. Διψάω. Σκύβω να πιάσω το μπουκάλι νερό κάτω από το κρεβάτι - και βλέπω την Σόνια κουλουριασμένη να με κοιτάει στο σκοτάδι. Το πιε το νερό.
Και μου λέει ότι οι χειρότεροι φόβοι μας είναι πραγματικοί, σαν χορωδία. Και σκέφτομαι, αχ και να ξερες, και του λέω ότι η εξαιρετική του δόση τον βάρεσε λίγο, να ξαπλώσει και να απολαύσει την ομίχλη.
Ξαφνικά αγριεύει - και λέει πράγματα που με πονάνε. Δεν με νοιάζει αν το κάνει επίτηδες, αν είναι πολύ μαστουρωμένος, ή πολύ μαλάκας, ή ένας προφήτης που έρχεται με την μορφή one night stand, ή αν δεν έχει φίλους να μιλήσει. Δεν ξέρω γιατί τα λέει όλα αυτά. Γιατί παραβαίνει νόμους και κανόνες. Θέλω απλά να το βουλώσει και να φύγει. Ο Ρομπέν των χαμένων κορασίδων. Ας με αφήσει λοιπόν μόνη μου εδώ στην κανονικότητα μου, στην μετριότητα μου, ας μας αφήσει μόνες μας, θέλω να του πω, ότι συμφωνώ. Ότι η μαγεία, το πραγματικό ταλέντο, είναι να σηκώνομαι κάθε μέρα από το κρεβάτι και να συνεχίζω. Θέλω να του πω, ότι δεν με νοιάζει αν με καταλαβαίνει κανείς, κι ας είναι ψέματα. Αλλά βασικά πάνω απ'ολα, θέλω να πιω νερό. Και θέλω να φύγει. Στην κουζίνα, στο ψυγείο έχει νερό.
Όλα αυτά που μου λέει με έχουνε χαλάσει πάρα πολύ. Βασικά δεν θέλω να φύγει, θέλω να μην είχε αρχίσει. Κοιτάω το ταβάνι - πότε εκτροχιάστηκε έτσι το βράδυ, πότε εκτροχιάστηκε η ζωή μου. Αισθάνομαι να βυθίζομαι στο πάτωμα. Δεν τον ξέρω καν. Και του δίνω το δικαίωμα να μου μιλάει και να βλέπει μέσα μου σαν να είμαι διάφανη. Η φράση μπήκε μέσα μου μόλις απόκτησε ένα επιλέον νόημα. Φρικάρω.
Ρωτάω την Σόνια, αν έτσι φανταζόταν την ζωή μας πριν από 10 χρόνια. Εγώ σίγουρα όχι. Γι αυτό ήταν όλα; Πρέπει κάτι να κάνω. Ο Σνούμπυ / Ρομπέν ξαναέρχεται. Για κάποιον λόγο νομίζει ότι η Σόνια είναι αδερφή μου και μπαίνει σιγά σιγά με την βαθιά φωνή του στον ρόλο της. Είναι ανακουφιστικό να μην χρειάζεται να είμαι πια (και) η Σόνια. Ηρεμώ. Κάπως.
Συνειδητοποιώ ξαφνικά ότι είναι ακόμα εδώ. Τερματίζω. Δάκρυα και απόγνωση. Επιτέλους. Κορύφωση. Μετά από ένα γερό κλάμα, θα μπορέσω να κοιμηθώ. Ίσως κοιμάμαι ήδη, και μου κρατάει το χέρι. ίσως όλα αυτά ήταν ενα άσχημο τριπ, και βασικά δεν έγινε τίποτα, μόνο καλά. Η πικράδα, από τα λόγια του όμως, είναι πίσω στο λαιμό μου.
Ξυπνάω - έχει ήλιο. Δεν ξέρω πόση ώρα κάθομαι και κοιτάω τον ήλιο. Όταν κλείνω τα μάτια μου βλέπω πορτοκαλί. Αναρωτιέμαι γιατί είναι ανοιχτα τα παντζουρια, αν χτες πηδηχτηκαμε με ανοιχτα τα παντζουρια.
Η συγκάτοικος βάζει το κεφάλι μες το δωμάτιο.
- Καλά είσαι; Τι έκανες πάλι χτες; Ωραίος ήτανε, αλλά μάλλον τον φρίκαρες. Περίεργα έφυγε.
- Θα μου φτιάξεις καφε;
- Είσαι άθλια.
- Το ξέρω. Πόσο άθλιοι είμαστε όλοι.
- Σου λείπει κιόλας, ε;
- Άλλα μου λείπουν.
- Καφέ.
Αν ηξερε ποσο ευκολο μου ειναι δεν θα ειχε αυτο το σιωπηλο βλεμμα θριαμβου μεσα στο σκοταδι [ιν μεντια ρες].
-------------------------------------
Δεν εχω καμια ορεξη να βγω. Με ποναει ακομα το κεφαλι μου απο τα χτεσινα. Ουτε για τις γκρινιες εχω ορεξη αμα τελικα δεν παω. Κι αμα δεν παω τι θα κανω δηλαδη. Ψαχνω παντελονι. Μεσα στον μπογο. Για ζεστη. Πρεπει να ξυρισω τα ποδια μου. Φοραω τα μποτακια που μου χτυπανε τον δεξιο αστραγαλο και βγαινω εξω. Προσπαθω να σηκωνω το ποδι μου προς τα πανω οταν προχωραω. Ειναι ηδη σκοτεινα και στο παραθυρο του τρολευ βλεπω το σκουλαρικι που εχασα περσι σε εκεινο το ηλιθιο σεμιναριο. Ενα μονο λοιπον. Επιμελως ατημελητη.
Τους ακουω πριν καν μπω στη μικρη στοα που οδηγει στο μπαρ. Φωναζουν και γελανε. Χαμογελαω μονη μου. Σηκωνω τα χερια και ανακατευω τα μαλλια μου πισω, ψηλα. Φου. Ενα ποτο και φευγω. Μπαινω μεσα, δεν βλεπω τον σκυλο - πρεπει να του πατησα το ποδι - κλαψουριζει και τρεκλιζει προς τα εξω. Τον γνωριζω απο τον τροπο που γερνει τους ωμους του πανω στο τραπεζι. Ο Σνουμπυ, ετσι τον λεει η Σονια οταν ειμαι μονη μου και κοιταω το ταβανι. Θα παω να κατσω διπλα του. Αλλα δεν θα του μιλησω. Αμα θελει ας κανει εκεινος την αρχη, με εχει κουρασει. Αυτο το στυλ του αδοξου ποιητη.
Οι σαχλαμαρες μου φτιαχνουν σιγα σιγα το κεφι. Αναρωτιεμαι πως κατεληξε ο καθενας σημερα εδω, και κυριως πως ολοι μαζι ο ενας με τον, στον, για τον αλλον. Δυο κατηγοριες.Οχι τρεις. Η Σονια (πως φρικαρει η μαμα με τη Σονια), αυτοι που βασικα εχω το τηλεφωνο τους και το χρησιμοποιω, αυτοι που ειναι εκει για να ειμαστε αρκετοι να γελαμε και να φωναζουμε. Ωραια ειναι. Ωραια περναμε. Κοιταω το αδειανο ποτηρι του πρωτου ποτου - ας κατσω λιγακι ακομα .
Βγαινει απο την τρυπα του. Λογοδιαρροια. Μιλαω, μιλαω, μιλαω. Γαμωτο, αυτοη την ιστορια πρεπει να του την εχω ξαναπει. Δεν τον ρωταω. Ντρεπομαι - η επαναληψιμοτητα ειναι μεγαλο faux pas. Σιωπω.
Αρχιζει να μιλαει. Θαλασσα. Απο αυτα που λεει τρομαζω - προφανως ειναι καποιος που παρατηρει τους αλλους και δημιουργει γνωμη γι αυτους χωρις να εχει ουσιαστικη σχεση μαζι τους. Απο μακρια. Κριτικη αλλα ασφαλεια. Αλλα με προκαλει. Με ερεθιζει. Δυο τροποι να κρατησεις την συζητηση ενδιαφερουσα - διαφωνεις καθετα η υπερασπιζεσαι τη γνωμη του αλλου με παθος - πιο πολυ απο οσο δειχνει ο συνομιλητης, ωστε στο τελος να αναρωτιεται αν ακριβως το πιστευει, αν η γνωμη του απο την αρχη ητανε τοσο τραβηγμενη, τοσο εντυπωσιακη - παω για το δευτερο. Υποσυνειδητα, φυσικα. Εχει πλακα, μ' αρεσει πολυ. Πινουμε κι αλλο. Μιλαμε κι αλλο. Εχουμε στην ουσια ξεκοψει απο την παρεα, οι ωμοι του τωρα γερνουν προς το μερος μου, οχι στο τραπεζι. Και κανουμε mental ψιθυριστα. Την Σονια την εδιωξα στην ακρη του μυαλου μου. Πινουμε κι αλλο, μιλαμε κι αλλο. Η Σονια παει σπιτι μονη της.
Δεν ακουω πια τι μου λεει, κατουριεμαι σαν τρελη. Προσπαθω να χαμογελαω και να πεταω ενθαρρυντικες ατακες - ελπιζω να μην ειμαι τελειως εκτος θεματος.
Βγαινω απο την τουαλετα αλλος ανθρωπος. Φου! Ξεχασα τη τσαντα μου στο τραπεζι, η τσαντα ειναι εκει. Ο Σνουμπυ λειπει. Μάλιστα. Νόμιζα ότι περνάγαμε καλά. Κάθομαι κάτω και ανταλλάζω κανα δυο κουβέντες για να μην καρφωθώ. Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι επί δύο ώρες απλά τους έγραφα όλους, για έναν τύπο που ξαφνικά αποφάσισε ότι υπάρχω. Νιώθω άβολα, αλλάτο καταπίνω. Πάλι άδειο το ποτήρι μου. Δεν μπορεί, εδώ θα ναι ακόμα - μήπως πήγε να πάρει ποτά. Χαμόγελο. Τον εντοπίζω στην γωνία. Πετάει το τσιγάρο στον δρόμο και πλησιάζει. Προσπαθώ οικτρά να σβήσω την ανακούφιση απο το πρόσωπο μου, αλλά έχω πιεί πολύ. Πιθανότατα δείχνω απλά πολυ μεθυσμένη.
Ηλεκτρισμός. Στο στενάκι βάζει το χέρι του γύρω από τη μέση μου --- πιασ'της πρώτα την μέση σ'όλες πάντα αρέσει --- και με φιλάει - στην αρχή είναι τα φιλιά πολύ σαλιάρικα, προσπαθεί να με καταπιεί, αλλά μετά προσαρμόζεται. Μ'αρέσει, θέλω κι άλλο, που ήσουνα τόσον καιρό.
Για κάποιο λόγο φοβάμαι να πάμε σπίτι του, αν και θα ήθελα πολύ να δω αυτή την πλευρά του είναι του. Καταλήγουμε φυσικά στο δικό μου, βάζω μουσική - ενώ επεξεργάζεται τα πάντα χωρίς να πιάνει τίποτα - και δεν μιλάω καν για το σώμα μου. Κάνω πως δεν ακούω το σχόλιο του, πως και ξέρω την μπάντα αυτή - και ξεκινάω. Βλέπω την έκπληξη στα μάτια του - αλλά δεν θέλω άλλο να μιλήσω. Έχω πιεί πολύ, απογειώνομαι. Κάνω αυτό που ξέρω καλύτερα από όλα, αλλά το άγγιγμα του δεν μα αφήνει να συγκεντρωθω. Ξεχνάω και αισθάνομαι τα πάντα ταυτόχρονα, και ε, ναι - επρεπε να τον είχα τελειώσει πιο πριν. Τώρα πρέπει να συνεχίσω σαν καλή οικοδέσποινα.
Σταματάει, έχει ένα βλέμμα θριάμβου μέσα στο σκοτάδι, αλλά μάλλον ξενέρωσε από την ξαφνική τεμπελιά μου. Κάνει τσιγάρο ενώ εγώ αναρωτιέμαι ποιο από τα τρία σχέδια - συνεχίζω, φτιάχνω τοστ και κοιμάμαι, πίνουμε το ρούμι που έχουμε ξεχάσει στο ντουλάπι πάνω από το ψυγείο και όταν το ξαναβρήκα δεν είπα τίποτα στην συγκάτοικο, θα μετανιώσω λιγότερο αύριο το πρωί. Μεσημέρι. Απόγευμα. Βράδυ. Μου φαίνεται ότι τον ξέρω από πάντα. Θέλω να τον ξέρω για πάντα.
Ενώ τον χαζεύω, και σκαρώνω στίχους για ένα τραγούδι που ποτέ κανείς δεν θα πει, αρχίζει να μου λέει κάτι για μια δόση και κάτι άλλα χαζά του στυλ εδώ παπάς, εκεί παπάς που είναι ο παπάς. Γαμώτο. Τα ζυγίζω. Πάντα με χαλάει στο τέλος, αλλά πιθανό να περάσουμε λίγες ακόμα ώρες ευχάριστες. Δεν πιστεύω ότι είναι τόσο καλό όσο καυχιέται, και στο κάτω κάτω θα είμαστε και οι δύο στην ίδια κατάσταση. Ελπίζω να μην μου φρικάρει.
Ξαφνικά φρικάρω λίγο εγώ. Πολλές συμπτώσεις σήμερα, πολλές πρώτες ο Σνούμπυ. Αλλα το ξεπερνάω. Τις φρίκες μου εγώ τις φτύνω κατάμουτρα και γυρνάω από την άλλη το κεφάλι.
Η δεύτερη φορά είναι πολύ καλύτερη. Γίνομαι πλαστελίνη, παγωτό καιμάκι, μικρά ροζ μυρμήγκια κρατάνε σημαιάκια με τα ονόματα μας και περπατάνε πάνω μου. Πάνω μας. Θέλω να τον ερωτευτώ. Τελικά ίσως να ήταν τόσο καλό όσο καυχιόταν. Εξαιρετικό είπε.
Μια γλυκιά ομίχλη ανεβαίνει γύρω από το κρεβάτι μου και αισθάνομαι ε-ξαι-ρε-τι-κα. Είμαι υπερβολικά διαυγής, και ενώ του εξηγω ακριβώς τι συμβαίνει, δεν με καταλαβαίνει. Ίσως και να μην είμαι διαυγής, ίσως όχι, μου φαίνεται ότι φρικάρει. Διψάω. Σκύβω να πιάσω το μπουκάλι νερό κάτω από το κρεβάτι - και βλέπω την Σόνια κουλουριασμένη να με κοιτάει στο σκοτάδι. Το πιε το νερό.
Και μου λέει ότι οι χειρότεροι φόβοι μας είναι πραγματικοί, σαν χορωδία. Και σκέφτομαι, αχ και να ξερες, και του λέω ότι η εξαιρετική του δόση τον βάρεσε λίγο, να ξαπλώσει και να απολαύσει την ομίχλη.
Ξαφνικά αγριεύει - και λέει πράγματα που με πονάνε. Δεν με νοιάζει αν το κάνει επίτηδες, αν είναι πολύ μαστουρωμένος, ή πολύ μαλάκας, ή ένας προφήτης που έρχεται με την μορφή one night stand, ή αν δεν έχει φίλους να μιλήσει. Δεν ξέρω γιατί τα λέει όλα αυτά. Γιατί παραβαίνει νόμους και κανόνες. Θέλω απλά να το βουλώσει και να φύγει. Ο Ρομπέν των χαμένων κορασίδων. Ας με αφήσει λοιπόν μόνη μου εδώ στην κανονικότητα μου, στην μετριότητα μου, ας μας αφήσει μόνες μας, θέλω να του πω, ότι συμφωνώ. Ότι η μαγεία, το πραγματικό ταλέντο, είναι να σηκώνομαι κάθε μέρα από το κρεβάτι και να συνεχίζω. Θέλω να του πω, ότι δεν με νοιάζει αν με καταλαβαίνει κανείς, κι ας είναι ψέματα. Αλλά βασικά πάνω απ'ολα, θέλω να πιω νερό. Και θέλω να φύγει. Στην κουζίνα, στο ψυγείο έχει νερό.
Όλα αυτά που μου λέει με έχουνε χαλάσει πάρα πολύ. Βασικά δεν θέλω να φύγει, θέλω να μην είχε αρχίσει. Κοιτάω το ταβάνι - πότε εκτροχιάστηκε έτσι το βράδυ, πότε εκτροχιάστηκε η ζωή μου. Αισθάνομαι να βυθίζομαι στο πάτωμα. Δεν τον ξέρω καν. Και του δίνω το δικαίωμα να μου μιλάει και να βλέπει μέσα μου σαν να είμαι διάφανη. Η φράση μπήκε μέσα μου μόλις απόκτησε ένα επιλέον νόημα. Φρικάρω.
Ρωτάω την Σόνια, αν έτσι φανταζόταν την ζωή μας πριν από 10 χρόνια. Εγώ σίγουρα όχι. Γι αυτό ήταν όλα; Πρέπει κάτι να κάνω. Ο Σνούμπυ / Ρομπέν ξαναέρχεται. Για κάποιον λόγο νομίζει ότι η Σόνια είναι αδερφή μου και μπαίνει σιγά σιγά με την βαθιά φωνή του στον ρόλο της. Είναι ανακουφιστικό να μην χρειάζεται να είμαι πια (και) η Σόνια. Ηρεμώ. Κάπως.
Συνειδητοποιώ ξαφνικά ότι είναι ακόμα εδώ. Τερματίζω. Δάκρυα και απόγνωση. Επιτέλους. Κορύφωση. Μετά από ένα γερό κλάμα, θα μπορέσω να κοιμηθώ. Ίσως κοιμάμαι ήδη, και μου κρατάει το χέρι. ίσως όλα αυτά ήταν ενα άσχημο τριπ, και βασικά δεν έγινε τίποτα, μόνο καλά. Η πικράδα, από τα λόγια του όμως, είναι πίσω στο λαιμό μου.
Ξυπνάω - έχει ήλιο. Δεν ξέρω πόση ώρα κάθομαι και κοιτάω τον ήλιο. Όταν κλείνω τα μάτια μου βλέπω πορτοκαλί. Αναρωτιέμαι γιατί είναι ανοιχτα τα παντζουρια, αν χτες πηδηχτηκαμε με ανοιχτα τα παντζουρια.
Η συγκάτοικος βάζει το κεφάλι μες το δωμάτιο.
- Καλά είσαι; Τι έκανες πάλι χτες; Ωραίος ήτανε, αλλά μάλλον τον φρίκαρες. Περίεργα έφυγε.
- Θα μου φτιάξεις καφε;
- Είσαι άθλια.
- Το ξέρω. Πόσο άθλιοι είμαστε όλοι.
- Σου λείπει κιόλας, ε;
- Άλλα μου λείπουν.
- Καφέ.
No comments:
Post a Comment